ρέλι

ρέλι
το кайма

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ρέλι" в других словарях:

  • ρέλι — το, Ν παρυφή, ραμένη στα άκρα υφάσματος ή ενδύματος, στρίφωμα …   Dictionary of Greek

  • ρέλι — το κορυφή στην άκρη υφάσματος, στρίφωμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρελιάζω — Ν [ρέλι] στριφώνω ύφασμα ή ένδυμα …   Dictionary of Greek

  • φελιαστός — ή, ό, Ν [φελιάζω] αυτός που προστέθηκε κάπου με φέλιασμα («το ρέλι στο παντελόνι σου είναι φελιαστό»). επίρρ... φελιαστά Ν με φέλιασμα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»